Αρχική Σελίδα
Cyprus valentine Gifts
Ερώτηση 47: Την 8η Μαρτίου γιορτάζουμε την
Λήξη: 2010-03-14
Α. Παγκόσμια μέρα ποίησης
Β. Παγκόσμια μέρα ισότητας
Γ. Τη γιορτή της Μάνας
Δ. Παγκόσμια μέρα της γυναίκας
Όνομα 
Email 
Τηλ 
Χορηγός: Κυπρίων Έργα-Γαβριέλα Παπέττα
Δώρο: κόσμημα
ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΡΟΥΣΙΑΣ
eVenzia Technologies
Είμαστε Εδώ
Βραβευμένα Ποιήματα


Στην σελίδα αυτή θα βρείτε ποιήματα Κυπρίων Δημιουργών που έχουν διακριθεί σε διεθνείς διαγωνισμούς.

Στόχος μας είναι να ανανεώνουμε το περιεχόμενο της σελίδας αυτής συνεχώς με νέα βραβευμένα ποιήματα συμπατριωτών μας. Θα είναι χαρά μας αν επικοινωνήσετε μαζί μας για να μας στείλετε έργα τα οποία θα μπορούσαν να την εμπλουτίσουν.

 

Περιεχόμενα

Ποιήματα της κ. Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου

  • Και Εγένετο Φως..., Γ΄Βραβείο Ποίησης στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό της ΄Ενωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδας με θέμα τον κόσμο των άστρων, 2010.
  • ΚΥΠΡΟΣ , ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ - Στη δίνη των καιρών - Έπαινο στον 9ο Διεθνή Ποιητικό Διαγωνισμό του Συλλόγου Λόγου και Τέχνης και Ελληνικού Πολιτισμού Γερμανίας, 2009.
  • ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ – Β΄Βραβείο στους Πανελλήνιους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης Δελφοί , 2009
  • ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ - Γ΄ Βραβείο σε Παγκόσμιο Διαγωνισμό Ποίησης με θέμα του ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ, 2000

 

Ποιήματα της κ. Μαρίας Παχίτη 4

  • Κύπρος, το Μαρτυρικό νησί της Αφροδίτης- έπαινο στον 9ο Διεθνή Ποιητικό Διαγωνισμό του Συλλόγου Λόγου Τέχνης και Ελληνικού Πολιτισμού Γερμανίας
  • Ωιμέ! - Β' Βραβείο στο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό «ΚΕΛΑΙΝΩ -ΞΑΣΤΕΡΟΝ» με θέμα «Αθήνα. Ακόμα διαμαντόπετρα στης γης το δακτυλίδι;»
  • Ενθάδε κείται - Γ’ βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης του Συλλόγου «οι φίλοι των Επτανήσων»

  • Ιώ, άνθρωποι… - Πρώτο Βραβείο στους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης, 2008

 


 Ποιήματα της κ. Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου


 
« Και εγένετο φως...»

Γ΄Βραβείο Ποίησης στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό της ΄Ενωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδας με θέμα τον κόσμο των άστρων, Φεβρουάριος 2010

 

Δεν απόκαμε στιγμή να κοιτάζει
Τ΄αστροκέντητο όνειρο της νύχτας
Εκεί τραγουδούσε μια ανέφελη σκέψη
Δίχως βάρος της γήινης ύλης
Απ’ το χώμα κρατούσε μονάχα
Εαρινές προσδοκίες ανθοφορίας
Χαμηλοπέταγμα μικρού χελιδονιού
Σε χειμωνιάτικο ακόμα παραλήρημα
Κι ένα κλωνάκι γιασεμί , λευκό σαν νοσταλγία
Βουτηγμένο στις αγάπες που ζυμώσαν την ψυχή του

Και εγένετο φως...

Βάδιζε με το βλέμμα στ’απόκρυφα του Σύμπαντος
Καλώντας τ’ Αυγερινού τη δρόσο να μυρώσει τις στιγμές του
Παιδί των άστρων τον είχε βαφτίσει ένα βράδυ η ορφάνια του
Στο αίμα του μιλούσε η σκόνη και η στάχτη των σωμάτων
Φερμένες απ’ τα πέρατα της θείας δημιουργίας
« Κύριε!», η ψυχή του αναγάλλιαζε
«Πώς την τρίτη ημέρα εποίησες τούτο το μήνυμα
Κάθε άστρο μικρό σου παράθυρο
Η σιωπή μας να σκύβει , ν’ ακουμπά στο γαλάζιο Σου πρόσωπο
Μουσικές ν’ αφουγκράζεται και Παράδεισους νέους
Κι εκείνο, της Βηθλεέμ το ξεχωριστό λαμπύρισμα
Ν’αναδύεται κάθε αλλόφρονα Δεκέμβρη
Σαν το κρύο ευλαβικά στην ταπείνωση υποκλίνεται
Και βοσκοί με αγγέλους αντάμα
Νυχτοπορούν σ΄Αυγουστιάτικες σκάλες τ’ ουρανού
Παίζοντας στο χέρι ασημόφτερο τόπι το φεγγάρι ..»

Και εγένετο φως εκ Φωτός...

Δεν απόκαμε στιγμή να μετράει το ΄Απειρο
Να τεντώνεται τόξο να φτάσει την άλλη του υπόσταση
Τις μέρες μονάχα της ΄Εκλειψης
Που σκιές σεργιανούσαν στην πύρινή του σφαίρα
Κρατούσε το στέμμα προσκέφαλο, του ΄Ηλιου σημάδι
Καλώντας τις Μοίρες να φέρουν τις χαμένες ηπείρους της γης του

Και εγένετο ΄Ανθρωπος!

 


ΚΥΠΡΟΣ , ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ

 

Στη δίνη των καιρών

Έπαινο στον 9ο Διεθνή Ποιητικό Διαγωνισμό του Συλλόγου Λόγου και Τέχνης και Ελληνικού Πολιτισμού Γερμανίας.


Tην είδα πάλι χτες πανώρια, κυματοκρατούσα
Mε τα δυο χέρια της λειψά σαν πόθοι ανομολόγητοι
Έσκυβε , έπαιρνε με τη ματιά της τους αφρούς
Τους ζύγιαζε καλά στο πεπρωμένο της
Τη γύμνια μάταια να κρύψει προσπαθούσε
Δεν κρύβεται η τόση Ιστορία των Ανθρώπων που αγάπησαν
Στο Νότο κι αν γεννήθηκε αγνάντια η θεά προς το Βορρά κοιτούσε
Λες και κρατούσε τα μελλούμενα σ’ ένα βαθύ της βλέμμα
Τότε στα πέτρινα τα στήθια βαρύς σηκώθη του πολέμου στεναγμός
Kι είδα τους νιους σε μία νύχτα μέσα να γερνάνε
Γυναίκες είδα να θρηνούν για τα νυφιάτικα στολίδια που δε φόρεσαν
Φωτιές να καίνε τα τραγούδια που φυτεύαν στις αλάνες τα παιδιά
Σαν στάρι να τρανέψουνε και τη ζωή να προσκυνήσουν
Βουή μεγάλη τότε σήκωσε η Θεά , παράπονο κι οργή συνάμα
Τις Μοίρες κάλεσε να παίρνουν μακριά τα φονικά
Κι ύστερα, απ’ της καρδιάς τα μέρη, με το σταυρό σημαδεμένα
Τα δυο της μπράτσα ρίχτηκαν στη θάλασσα, βρήκαν αιώνων την τροφή
Και πήραν να μακραίνουν τους καρπούς και τ’ ακροδάχτυλα
Να πλάθουν σχήματα σε κίτρινο και σε χρυσό του ΄Ηλιου
Να’ ρθει η ελπίδα να κουρνιάσει σαν πουλί ξεστρατισμένο



ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ

Β΄Βραβείο στους Πανελλήνιους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης,  Δελφοί , 2009
 

Στις συνοικίες σβήνουνε σιγά σιγά τα φώτα
Απλώνουν οι γυναίκες μια κουρασμένη μέρα να στεγνώσει
Περνούν οι σκέψεις στα μικρά τα καλντερίμια ακροβατώντας
Mισάνοιχτα παντζούρια βρίσκουν , ψυχές ανήσυχες π’ αρνήθηκαν τον ύπνο
Γλιστρούν με δόσεις μιας χαμένης ευτυχίας
Στα προσκεφάλια με κεντίδια μιας προίκας ξεχασμένης
Κιτρινισμένης απ’ του καιρού τη φλυαρία
Τότε ανοίγουν τα μισόκλειστά τους βλέφαρα οι ίσκιοι
Χαμογελούν ηδονικά μες στου καθρέφτη την απάθεια
Παραμορφώνοντας τα είδωλα μιας άλλης λογικής
Στο πορτατίφ μια τύψη περιφέρεται
Σαν πεταλούδα που γυρεύει να καεί μέσα στον κύκλο
΄Εξω σκυλιά ποδοπατούν τα ίχνη της συνήθειας
Στα υπολείμματα της μέρας αναζητούνε τη συνέχεια
Σιγά σιγά στις συνοικίες σβήνουν οι αποδράσεις
Και μια παράφρονη σελήνη χορεύει μες στην έλλειψή της
Αύριο θα ΄ναι μια μέρα βροχερή
Το είπε το δελτίο της βαθιάς υποταγής
Στα σπίτια θα κλειστούν τα μαραμένα κρίνα
Τα ξεθωριασμένα γιούλια και τα γιασεμιά
Θα βγάλουν απ’ τα μπαούλα οι κυράδες
Να στρώσουν χράμια και κιλίμια στην ανία τους
Θα βγουν κι οι νοικοκύρηδες για το βραχνά του μεροκάματου
Με τα κασκέτα τους κρυψώνες της αζήτητής τους μοίρας
Σβήνουν σιγά σιγά της μέρας ημιτελείς διαδρομές
Στις συνοικίες προβάλλει διαβατάρης ο Μορφέας με το γαλάζιο του μανδύα
Αύριο , λέει , γι’ αυτούς που ακούνε τη σιωπή των κεραυνών
Ο ήλιος απ’ τη Δύση θα προβάλει με τις ατίθασες , ξανθές του μπούκλες
Μ’ ένα ροδόχρωμο μαντίλι θ’ απλώσει νέους ορίζοντες στα πέλαγα
Ταξίδια νέα θ’ ακουμπήσει μες στις καρδιές που δε λησμόνησαν να φλέγονται


 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ

Γ΄ Βραβείο σε Παγκόσμιο Διαγωνισμό Ποίησης με θέμα του ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ, 2000

Του ιδρώτα ο στέφανος στο δρόμο του θριάμβου
Ανθοβολούσαν γύρω του ειρήνης πανηγύρια
Σεμνός ο όρκος ξέφυγε απ’ του Δία το ιερό
του Φοίβου ν’ ανταμώσει τη λύρα τη χρυσή
μπροστά στο Βουλευτήριο.
Ήχο γλυκό οι σάλπιγγες γεννούν
τιμή στο μεγαλείο που γεννήθηκε
στην ΄Αλτη των ημίθεων, στη χώρα με τ’ αγάλματα.
Μπροστά του η σμίλη του Πινδάρου.
Πίσω, στα γκρεμισμένα τείχη,ένα κάλεσμα.
Σε άρμα τέθριππο η Δόξα να καλπάζει.
Αέρι σιγανό ψιθύρους σκόρπισε
και θρόισαν της ιερής ελιάς τα φύλλα.
Ελευθερώσαν στίχους επινίκιους,
κότινο πλέξανε για την αθανασία.
΄Ορθιοι πατέρας κι αδερφοί.
Φωτιά τον έκαψε η φωνή τους.
Σώμα και φλόγα γιγαντώσανε.
Δέκα πορφύρες βάφουν τα όνειρά του.
Σφίγγει το χέρι του γροθιά , ατσάλι,
θρασομανάει το πείσμα της τιμής.
Στο νου του φτάνει η νιότη τ’ άξιου πατέρα.
Πιο άξιος ο γιος, όταν το στάδιο τελειώνει.
Του Ορκίου Δία πιστός στις προσταγές
σε μια Παγκόσμια Ολυμπία.
Φως των φωτών στα χρόνια που θα έρθουν.
Σκίζει Ρομφαία τους αιώνες,
βάθρα σηκώνοντας σε νου υγιή εν σώματι υγιή.
΄Υμνος στα χείλη του το θαύμα του Ανθρώπου.

 

 


Ποιήματα της κ. Μαρίας Παχίτη


Κύπρος το Μαρτυρικό νησί της Αφροδίτης
έπαινο στον 9ο Διεθνή Ποιητικό Διαγωνισμό του Συλλόγου Λόγου Τέχνης και Ελληνικού Πολιτισμού Γερμανίας

 

Μαγνάδι αχλής εσκέπασε τ’ ολόγιομο φεγγάρι
και ιαχές φρικιαστικές σκορπούσε ο αγέρας
την ώρα π’ αναδύθηκε η κόρη η πανώρια
κρατώντας στην παλάμη της τ’ Ονήσιλου την κούτρα.
Με πέλματα ακάλυπτα και βλέμμα εξημμένο,
βαρύθυμα διέσχισε το σώμα της πατρίδας
-μετρώντας τραύματα βαθιά, μνηστήρων σιχαμένων-
κι αφορισμούς θανατερούς συνέθετε η ψυχή της.
Στις παρυφές κόρφου τραχύ απόπληχτη εστάθη
κι ατένισε σ’ ακρώρεια αιμόφυρτο Δεσμώτη ˙
λαό που, αιώνες, λύτρωση κι ανασασμό γυρεύει.
Δακρυρροούσα έπεσε στης Γης της την αγκάλη
κι όρκο βαρύ κατέθεσε στο ματωμένο χώμα:
«Τη Λευτεριά γοργά θα βρω και πίσω θα την πέμψω
κι όσους μακριά την έστειλαν μεμιάς θα ξεπαστρέψω!»


 

ΩΙΜΈ!

Β' Βραβείο στο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό «ΚΕΛΑΙΝΩ -ΞΑΣΤΕΡΟΝ»

με θέμα «Αθήνα. Ακόμα διαμαντόπετρα στης γης το δακτυλίδι;», 2009


Πένθιμα ρούχα φόρεσε απόψε η καρδιά μου
και σύρθηκε βαρύθυμα στους δρόμους του κορμιού σου
που άλλοτε ξελόγιαζε με τ’ αγλαό του κάλλος
- διαμάντι ως ήταν εκλεκτό στης γης το δακτυλίδι.
Στον κόρφο σου δακρύζουσες οι μαρμαρένιες κόρες
θρηνούν για την κατάντια σου και για τον ξεπεσμό σου
και στον περίδοξο ναό ισκιώματα προγόνων
μ’ απελπισμού αλαλαγμούς αφορισμούς σκορπίζουν.
Στα πέλματα σιχαμερά, αχόρταγα σκουλήκια
το αίμα σου αναρροφούν και τη ζωή σου κλέβουν
και στις παλάμες έχιδνες την μοίρα σου χαράζουν.
Στο πελιδνό σου πρόσωπο το δάκρυ της σελήνης
μνήμες ξυπνά αλλοτινές, ένδοξου παρελθόντος
και της καρδιάς η ωρυγή, ραγίζει τη ματιά σου.
Ωιμέ! Πού να βρω δύναμη να σε ξαναγαπήσω;
Μέλανας λίθος έγινες και πίσω θα σε ρίξω…


 

Ενθάδε κείται

Γ’ βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης του Συλλόγου «οι φίλοι των Επτανήσων», 2009

 

Βασίλεψε η σιωπή στου κόσμου τα αλώνια,
καθώς του ήλιου το κορμί ντύθηκε με πορφύρα
κι ο ουρανός βαθύχρωμο, χρυσόπλεκτο σεντόνι
απλώνει μήπως σκεπαστεί η αφόρητη αλήθεια
π’ αναίσχυντα γεννοβολά ανθρώπινα κουφάρια·
ίσκιους ανάλγητους, ορφνούς κι αναθεματισμένους.
Τριγύρω Κύκλωπες τεφροί υψώνονται αθρόοι
-τύμβοι θεοκατάρατοι ψυχών παρακμασμένων-
που σιωπηρά αναφωνούν, με οίηση και χόλο:
«Ενθάδε κείται, άνθρωπε, για πάντα η ζωή σου…»


 

Ιώ, άνθρωποι… 

Πρώτο Βραβείο στους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης, 2008

 

Με συντροφιά το σούρσιμο του γεραιού χιτώνα,
και στήριγμα το άχαρο κορμί λιγνής μαγκούρας
μες στους αιώνες διάβηκες, τρανέ συ Συνωπέα,
του Δία γόνε εκλεκτέ και του ανθρώπου οίστρε.
Φέροντας λύχνο αγλαό υπό το φως του ήλιου,
στην πολυσύχναστη έρημο βουβά οδοιπορούσες,
έχοντας χείλη άνυνδρα και βλέμμα οργισμένο.
Έναντι πλήθος ειδεχθές, τα ζωντανά κουφάρια
αγόγγυστα εξέτιαν της ζήσης τους το κρίμα
- δέσμια ως ήταν φαεινών και στέρφων οραμάτων,
άμοιρες φύτρες στο βωμό στημένων αθυρμάτων -
και πλήθος οι ταφόπετρες που υψώνονταν τριγύρω.
«Ιώ, άνθρωποι!» κραύγασες κι αχνά χαμογελώντας
ύψωσες με απόγνωση την ξύλινη σου ράβδο,
το θαύμα σου, πασκίζοντας, εμπρός σου να ορθώσεις,
ω, δύστυχε, αέναε μοναχικέ διαβάτη…

 


 

 
COPYRIGHT ©2009 Kypriwn Erga, All RIGHTS RESERVED Powered By eVenzia Content Management System